Αν δεν φάω το στριμπό... δεν πέφτω να κοιμ'θώ!



Ένα υπέροχο παραδοσιακό ανέκδοτο-παραμύθι από την περιοχή των Γρεβενών!



Σε κάποιο απ’ τα χωριά μας, ζούσε μια γριά που κάνοντας οικονομίες μια ολόκληρη ζωή, κατάφερε στα γεράματά της να έχει μια σακούλα λίρες. 

Από στόμα σε στόμα φτάνει και στ’ αφτιά τριών κλεφτών αυτή η πληροφορία και μέρα - νύχτα κάνανε σχέδια να βρούνε τρόπο να κλέψουνε τις λίρες της καψερής γριούλας. 


Τα ονόματα των κλεφτών ήτανε Στριμπός, Τσαμπαρλής και Κούτσικος. 


Παρακολουθούσαν συνέχεια το σπίτι και τα κατατόπια της γριάς για να βρούνε τρόπο να μπούνε μέσα. Από παράθυρα και πόρτα είδανε ότι ήταν δύσκολο και βρήκανε ότι ο μόνος τρόπος ήταν ν’ ανεβούνε ένας - ένας τα κεραμίδια, ν’ ανοίξουνε τρύπα στο ταβάνι και να μπούνε μέσα να αρπάξουν τις λίρες. 


Η γριά, αφού κλειδομανταλώθηκε όπως κάθε βράδυ, για να περάσει λιγάκι η ώρα της πριν πέσει για ύπνο, πήρε τη ρόκα της να γνέσει. Στο τσουκάλι είχε βάλει καλαμπόκι που έβραζε πάνω στην πυρουστιά στη γερή φωτιά του τζακιού, για το δείπνο της.


Λίγο απ’ την κούραση και περισσότερο απ’ τη γλυκιά ζέστα του τζακιού, η γριά άρχισε να νυστάζει και χασμουρήθηκε. «Ήρθε ο πρώτος (ύπνος) μονολογεί…»


Ο πρώτος κλέφτης που είχε ήδη ανεβεί στα κεραμίδια κι άκουσε τα λόγια της γιαγιάς τα ‘χασε και κάνει νεύμα στο δεύτερο να πατάει ελαφρά για να μην τους πάρει χαμπάρι. 


Κείνη τη στιγμή ξαναχασμουργιέται η μπάμπου και μιλά μόνη της: «Μπα! Ήρθε κιόλας κι ο δεύτερος!» Κόκκαλο κι ο δεύτερος κλέφτης κι ο τρίτος που πλησίαζε όσο πιο αθόρυβα γινόταν, ακούει κι αυτός τη γριά - που είχε ξετσαουλιαστεί απ’ το χασμουρητό - να λέει: «Μωρέ, πότε ήρθε κι ο τρίτος!...»


Τρομαγμένοι οι κλέφτες, μένουν αμήχανοι μη ξέροντας πώς να ενεργήσουν. Στήνουν καλά τ’ αφτιά τους μπας και πάρουν είδηση με ποιον κουβεντιάζει η γριά κι ακούνε και πάλι να μουρμουρίζει:

-   Ορέ, αν δεν γνέσω τον τσαμπαρλή (τλούπα μαλλιού) να τον κάνω κουβάρι κι αν δε φάω το στριμπό (καλαμπόκι), απόψε δεν κοιμούμαι ο διάολος να σκάσει!...

Αμάν! Λένε οι κλέφτες. Αυτή είναι φοβερή όχι μόνο μας κατάλαβε, αλλά ξέρει και τα ονόματά μας και κανονίζει να μας ξεπαστρέψει…


Ούτε κατάλαβαν για πότε πήδηξαν απ’ τη στέγη, έφτασαν τα ποδάρια στο κεφάλι απ’ το τρέξιμο κι’ ακόμα τρέχουν…


Από το βιβλίο της Αλίκης Χ. Τσιάτα: ''Παραδόσεις, ήθη, Έθιμα, μύθοι, παραμύθια, ιστορίες και τραγούδια της περιοχής των Γρεβενών'', Γρεβενά 1998










Γράψτε το σχόλιό σας!



Δείτε κι αυτά!